Γράφει
ο Γιάννης Κ. Τσιαμήτρος,
λαϊκός ερευνητής
Σημείωση: Ο αστερίσκος* πριν από ορισμένες λέξεις (π.χ. *uksōr) δηλώνει ότι η λέξη είναι επιστημονικά ανασυντεθειμένη από τους γλωσσολόγους και δεν έχει διασωθεί σε γραπτά κείμενα.
Στην προσπάθεια ερμηνείας των εθίμων του παραδοσιακού μας γάμου, η λαϊκή παρατήρηση συχνά οδηγείται σε υποθέσεις που βασίζονται σε ηχητικές ομοιότητες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόπειρα ετυμολογικής σύνδεσης του νεότερου γαμήλιου εθίμου —κατά το οποίο η νύφη αλείφει την πόρτα του νέου της σπιτιού με βούτυρο, μέλι ή λάδι— με τη λατινική λέξη για τη σύζυγο: uxor.
Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη υπόθεση, η λέξη uxor θεωρείται από ορισμένους ότι παράγεται από το ρήμα unguo (αλείφω/χρίζω), υπονοώντας ότι η σύζυγος ορίστηκε γλωσσικά από την ίδια την πράξη της επάλειψης του κατωφλιού. Ωστόσο, η σύγχρονη συγκριτική γλωσσολογία και η εθνολογική έρευνα προσφέρουν μια διαφορετική, επιστημονικά τεκμηριωμένη εικόνα, αποκαλύπτοντας μια πολύ πιο σύνθετη και συναρπαστική πολιτισμική πραγματικότητα.
Η ηχητική συμπτωματική ομοιότητα ανάμεσα στο uxor (σύζυγος) και το unxere/unguo (αλείφω) είναι πράγματι ελκυστική για τον μη ειδικό. Εντούτοις, η γλωσσολογική επιστήμη αποδεικνύει ότι οι δύο λέξεις έχουν εντελώς διαφορετικό «γενετικό κώδικα» και διακριτή ετυμολογική διαδρομή:
1. Το ρήμα unguo ανάγεται στην πρωτο-ινδοευρωπαϊκή ρίζα *oŋgʷ- («χρίζω με λιπαρή ουσία», από όπου παράγονται το λατινικό unguentum και το νεοελληνικό ουγγουέντο), φέροντας οργανικά τα ένρινα και ουρανικά σύμφωνα (n και g).
2. Αντίθετα, η λέξη uxor ανάγεται στην πρωτο-ιταλική ρίζα *uksōr και συνδέεται με τη θηλυκή κατάληξη δηλωτική συγγένειας και συντροφικότητας (όπως το αγγλικό sister ή το λατινικό soror).
Ετυμολογικά, λοιπόν, η λέξη uxor δήλωνε αρχικά απλώς τη «γυναικεία σύντροφο» και δεν περιείχε καμία απολύτως έννοια αλοιφής ή επάλειψης.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι αυτή η ερμηνευτική σύνδεση δεν αποτελεί νεότερη αυθαίρετη επινόηση. Πρόκειται για μια παλαιά λαϊκή παρετυμολογία που ξεκίνησε από τους ίδιους τους Ρωμαίους συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας, όπως ο Δονάτος, ο Σέρβιος και ο Ισίδωρος της Σεβίλλης. Παρατηρώντας το γαμήλιο έθιμο της εποχής τους —όπου οι Ρωμαίες νύφες άλειφαν τις παραστάδες της θύρας (postes) με χοιρινό λίπος ή λάδι— υπέθεσαν εκ των υστέρων ότι η λέξη uxor προερχόταν από το unxor («αυτή που αλείφει»). Πρόκειται για ένα κλασικό φαινόμενο εκ των υστέρων εκλογίκευσης, όπου μια κοινωνία προσπαθεί να εξηγήσει μια γλωσσική δομή εφευρίσκοντας μια ιστορία γύρω από ένα υπαρκτό πολιτισμικό έθιμο.
Παράλληλα, όσον αφορά τη χρήση των υλικών, αποκαλύπτεται και μια ιστορική ιδιαιτερότητα που καθιστά διπλά εσφαλμένη τη σύνδεση του βουτύρου με τη Ρώμη:
Οι Αρχαίοι Ρωμαίοι, όπως και οι Έλληνες της κλασικής αρχαιότητας, δεν έτρωγαν βούτυρο! Το θεωρούσαν παραδοσιακά «βάρβαρη» τροφή των λαών του Βορρά, ενώ η λέξη «βουτυροφάγος» αποτελούσε σκωπτικό χαρακτηρισμό. Όπως σημειώνει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, το βούτυρο στη Ρώμη χρησίμευε σχεδόν αποκλειστικά ως φαρμακευτική αλοιφή για εγκαύματα.
Όταν οι Ρωμαίες νύφες άλειφαν την πόρτα, χρησιμοποιούσαν λαρδί (χοιρινό λίπος) ή ελαιόλαδο, όπως καταγράφει ρητά και ο Πλούταρχος στα Ρωμαϊκά Ζητήματα. Συνεπώς, η παρουσία του βουτύρου στους παραδοσιακούς γάμους των ελληνικών ορεινών περιοχών (Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη) αποτελεί μια αυτόνομη, νεότερη προσαρμογή των ντόπιων κτηνοτροφικών πληθυσμών στα δικά τους άφθονα αγαθά, και όχι επιβίωση κάποιας ρωμαϊκής πρακτικής.
Ανθρωπολογικά, το πέρασμα της νύφης από το κατώφλι αποτελεί ένα οικουμενικό τελετουργικό μετάβασης (Rites de Passage), όπως το ανέλυσε ο Arnold van Gennep. Το κατώφλι θεωρείται «μεταίχμιος χώρος» — το κρίσιμο, αόρατο όριο ανάμεσα στον έξω κόσμο και στον προστατευμένο εσωτερικό κόσμο της οικογενειακής εστίας. Όταν η νύφη, ως «ξένη», έφτανε στο νέο της σπιτικό, οι τελετουργίες υποδοχής είχαν διπλό συμβολικό ρόλο: αφενός εξορκιστικό/αποτροπιαστικό (προστασία από το κακό μάτι και τις δαιμονικές δυνάμεις) και αφετέρου εξευμενιστικό (προσφορά προς τα οικιακά πνεύματα, ώστε η συμβίωση να είναι γλυκιά και ανέφελη).
Στην Αρχαία Ελλάδα, η μετάβαση της νύφης πραγματοποιούνταν κατά τη Νυμφαγωγία (τη μεταφορά της από το πατρικό της στο σπίτι του γαμπρού) και την Εισοίκιση (την τελετουργική είσοδο και εγκατάστασή της στη νέα εστία). Η διαδικασία αυτή επισφραγιζόταν κυρίως με τα Καταχύσματα (βροχή από καρπούς, σύκα και νομίσματα πάνω στο ζευγάρι). Παράλληλα, η μητέρα του γαμπρού υποδεχόταν τη νύφη με αναμμένες λαμπάδες στην Εστία.
Η δε πράξη της επάλειψης του κατωφλιού (με μέλι, λάδι ή βούτυρο), αν και ήταν θεσμοθετημένη στη Ρώμη, ενσωματώθηκε και συγχωνεύθηκε στον βαλκανικό και ελληνικό χώρο κατά τους μεταγενέστερους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της νεότερης λαογραφίας μας.
Συμπερασματικά, το άλειμμα της πόρτας είναι μια ζωντανή, πανέμορφη τελετουργία μετάβασης που εκφράζει την πανανθρώπινη ανάγκη για προστασία, ευημερία και αρμονική νέα ζωή. Η απόπειρα σύνδεσής του με τη λατινική λέξη uxor παραμένει μια γοητευτική γλωσσική υπόθεση, η οποία όμως δεν επιβεβαιώνεται από τη γλωσσολογική επιστήμη. Η μελέτη και η διατήρηση των εθίμων μας αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη αξία και ομορφιά όταν αναδεικνύονται μέσα από την ιστορική ακρίβεια, την ταπεινότητα και τις αυτόνομες πολιτισμικές διαδρομές κάθε εποχής.
Βιβλιογραφία / Πηγές
Beekes, Robert (2010). Etymological Dictionary of Greek. Leiden: Brill.
De Vaan, Michiel (2008). Etymological Dictionary of Latin and the other Italic Languages. Leiden: Brill.
Isidorus Hispalensis (7ος αι. μ.Χ.). Etymologiae, Originum Libri XX, IX.7.
Mallory, J. P., & Adams, D. Q. (2006). The Oxford Introduction to Proto-Indo-European and the Proto-Indo-European World. Oxford University Press.
Plinius Secundus, C. Naturalis Historia, 28.35.
Plutarchus. Quaestiones Romanae (Ρωμαϊκά Ζητήματα), 271e.
Servius Honoratus, Marius (4ος αι. μ.Χ.). In Vergilii Aeneidos Libros Commentarii, IV.166.
Turner, Victor (1969). The Ritual Process: Structure and Anti-Structure. Chicago: Aldine.
Van Gennep, Arnold (1960 / πρωτ. 1909). The Rites of Passage. Chicago: University of Chicago Press.
Λουκάτος, Δημήτριος Σ. (1977). Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία. Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Μέγας, Γεώργιος Α. (1956). Ελληνικαί Εορταί και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας. Αθήνα.
Λεζάντες Εικόνων
Εικόνα 1: Αττική μελανόμορφη λήκυθος (περ. 550–530 π.Χ.), αποδιδόμενη στον Ζωγράφο του Άμαση (Αρχαϊκή Αθήνα). Η πεθερά υποδέχεται τη νύφη στο νέο της σπιτικό κατά τη νυκτερινή γαμήλια πομπή. (Πηγή: The Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη).
Εικόνα 2: Αναβίωση του εθίμου της εισόδου της νύφης στο νέο της σπιτικό από ελληνικό πολιτιστικό σύλλογο. Τελετουργία του γάμου στη νεότερη λαογραφία.
Εικόνα 3: Το έθιμο της επάλειψης της πορτας σε σύγχρονο ελληνικό γάμο.

