Σάββατο, Ιούνιος 22, 2024
Follow Us
Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2023 20:29

Παλιά Μητρόπολη Βέροιας και εφαπτόμενα κοσμικά κτήρια: Αποκατάσταση του κτηριακού συνόλου ή συνολική ανάδειξη του μνημείου;

Της Αναστασίας Μ. Πάπαρη

Δρ Αρχιτέκτων – Πολεοδόμος / UrbanDesigner

Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

για τις Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η αναστήλωση και αποκατάσταση της Παλιάς Μητρόπολης Βέροιας, ενός εμβληματικού, όσο και για αιώνες υποβαθμισμένου χώρου της πόλης μας, έχει μπει στην δεύτερη φάση του, με την ανακατασκευή των τριών κτηρίων κοσμικού χαρακτήρα, προσκολλημένων στο σώμα του μνημείου.

Ο διάλογος έχει αναζωπυρωθεί το τελευταίο διάστημα ακόμη περισσότερο, από την αναίρεση της αρχικής συντήρησης των κοσμικών κτηρίων, την κατεδάφισή τους και την έναρξη της εκ νέου κατασκευής τους, που εικάζεται, πως αντικαθιστούν ή και μιμούνται τα παλαιά.

Ο διάλογος αυτός είναι δικαιολογημένος, αφενός λόγω της σπουδαιότητας του μνημείου, που ανάγεται στην μεσο-βυζαντινή περίοδο και λειτουργεί ως χριστιανικός ναός έως και τις αρχές του 17ου αιώνα, αφετέρου λόγω των παλινδρομήσεων, που παρατηρήθηκαν κατά την ‘αποκατάσταση’ των τριών κοσμικών κτηρίων, προσκολλημένων στην βορειοδυτική πλευρά του ναού.

Και ενώ οι διερχόμενοι την οδό Κεντρικής παρατηρούσαμε για μήνες τις εργασίες ‘αποκατάστασης’ μέσα από τις χαραμάδες του πράσινου προστατευτικού περιβλήματος, ξαφνικά αυτό το σκηνικό άλλαξε άρδην, τα κτήρια κατεδαφίστηκαν και το προστατευτικό περίβλημα ανυψώθηκε, ώστε να μην είναι δυνατή οποιαδήποτε ορατότητα των εργασιών. Τι να εικάσουμε, ως ευαισθητοποιημένοι πολίτες αυτής της πόλης, ως αρχιτέκτονες και ως πολεοδόμοι;  

Εκ προοιμίου δηλώνω, πως είμαι υπέρμαχη της διατήρησης και ανάδειξης της πολιτισμικής πολυμορφίας της πόλης και αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για την Βέροια, όπου συμβίωσαν επί αιώνες τουλάχιστον τρεις διακριτές πολιτισμικά ομάδες: Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Οι πόλεις, που έχουν αυτό το ιστορικό γνώρισμα, είναι πλούσιες κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά. Είναι πόλεις ανθεκτικές στις δοκιμασίες, που αναπόφευκτα συμβαίνουν στον μακρύ ιστορικό χρόνο της παρουσίας τους. Εδώ όμως, δεν πρόκειται για το ερώτημα του πώς διαχειριζόμαστε κατασκευές μιας πολιτισμικής κοινότητας, που έχει εκλείψει από την πόλη μας, εν προκειμένω της οθωμανικής. Πρόκειται για την αποδοχή της χωρικής συμβίωσης για τα πολλά επόμενα χρόνια ενός χριστιανικού ναού – μνημείου, από τα σπουδαιότερα και αρχαιότερα των Βαλκανίων, με ταπεινά, κοσμικά κτήρια, κατά πάσα πιθανότητα, της τοπικής οθωμανικής κοινότητας. 

Τα βασικά ερωτήματα, που αναφύονται σ’ αυτό το θολό τοπίο, είναι κατά τη γνώμη μου τα ακόλουθα:

1. Πρέπει να παραμείνουν τα κοσμικά διώροφα κτήρια, τα προσκολλημένα στον ναό ή θα πρέπει ο ναός να ελευθερωθεί απ’ αυτά;

2. Πρέπει η πολεοδομική νησίδα, όπου βρίσκεται ο ναός, να ελευθερωθεί από κάθε άλλο κτίσμα, ώστε αυτός να καταστεί περίοπτος και ο περιβάλλων χώρος να μετατραπεί σε πλατεία, ενοποιημένη με την πλατεία Πλατάνων;

Απαντώ με όση ακρίβεια στοιχείων διαθέτω σήμερα και με υπευθυνότητα ως Βεροιώτισσα και ως αρχιτέκτων – πολεοδόμος:

1. Τα τρία διώροφα κοσμικά κτήρια, σε σειρά προσκολλημένα στο μνημείο, που ιστορικά διέθεταν τις χρήσεις του καταστήματος στο ισόγειο και της κατοικίας στον όροφο, είναι κτήρια της τότε κυρίαρχης μουσουλμανικής κοινότητας της πόλης, καθώς μόνη αυτή, είχε την ευχέρεια οικοδόμησης κοσμικών κτηρίων σ’ εκείνη τη θέση. Η προσκόλληση κοσμικών κτηρίων σε εξ αρχής κατασκευασμένα τεμένη, δεν αποτελεί συνήθη πρακτική των Οθωμανών. Ομοίως, η βασική αρχή της βυζαντινής ναοδομίας έγκειται, είτε στην πανταχόθεν ελεύθερη από κάθε κοσμικό κτήριο κατασκευή του χριστιανικού ναού, είτε, όπως συνέβη εκτεταμένα κατά την οθωμανική περίοδο, τοποθέτηση του (μεταβυζαντινού) ναού στο εσωτερικό των οικοδομικών νησίδων, μακριά από τα βλέμματα της εξουσίας. Εκτιμώ, πως τα πρώτα κοσμικά κτίσματα σ’ εκείνη τη θέση κατασκευάστηκαν πριν την μετατροπή του μνημείου σε τέμενος, δηλαδή πριν από τις αρχές του 17ου αιώνα και καθώς δεν υπήρχε θρησκευτικός σεβασμός προς τον λειτουργούντα ακόμη χριστιανικό ναό.

2. Τα σημερινά κοσμικά κτήρια, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν, δεν αποτελούν χαρακτηριστικό ή εξαιρετικό δείγμα τοπικής ή μακεδονικής αρχιτεκτονικής, αλλά συνήθους τοπικής αρχιτεκτονικής με κανένα μορφολογικό στοιχείο μουσουλμανικής τεχνοτροπίας. Οι κτιστοί πρόβολοι στον όροφο είναι τα μόνα στοιχεία, που τα κατατάσσουν στην τοπική αρχιτεκτονική, στοιχεία, τα οποία είναι συνήθη στα διατηρητέα κτήρια του Ιστορικού Κέντρου, κυρίως στην Κυριώτισσα και την Μπαρμπούτα. Επομένως, με την απομάκρυνσή τους η πόλη δεν θα στερούνταν στοιχεία μοναδικά και ανεπανάληπτα, ώστε να φτωχύνει η τοπική αρχιτεκτονική μας ιστορία, που περιλαμβάνει και την (εκλιπούσα) μουσουλμανική κοινότητα.

3. Και το σημαντικότερο: Δεν πρόκειται για κτήρια συνοδείας ενός απλού γειτονικού, επίσης κοσμικού κτηρίου, διατηρητέου λόγω ιστορικής μορφολογίας του: πρόκειται για τον παλιό μητροπολιτικό ναό της πόλης, με ιστορία πολύτιμη για την Ελληνική κοινότητα, όσο και ο ίδιοςΒυζαντινός πολιτισμός. Σύμφωνα με την επιστημονική δεοντολογία των αναστηλώσεων, η αποκατάσταση των μνημείων γίνεται με γνώμονα την ανάδειξη της πλέον σημαντικής φάσης στην ιστορική τους διαδρομή και στην περίπτωση της Παλιάς Μητρόπολης, η πλέον σημαντική φάση της είναι η βυζαντινή, όταν λειτουργούσε ως χριστιανικός ναός και ασφαλώς όχι μετά την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς (1433 μ. Χ.).

4. Ως προς την απελευθέρωση της πολεοδομικής νησίδας (οικοδομικό τετράγωνο) και από το κτήριο καταστημάτων και γραφείων, με στόχο την ενοποίηση με την πλατεία Πλατάνων, θεωρώ, πως η πρόταση διαθέτει θετικά και αρνητικά στοιχεία: τα θετικά είναι πως α) το μνημείο θα αναδειχθεί περίοπτο και σε ακόμη μεγαλύτερη απόσταση και β) θα δημιουργηθεί ένας μεγάλος ελεύθερος δημόσιος χώρος – πνεύμονας πρασίνου, που θα αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων και των επισκεπτών του δυτικού μέρους του Ιστορικού Κέντρου της πόλης (αρκεί βέβαια να διαμορφωθεί σωστά). Στα αρνητικά μιας τέτοιας προσέγγισης είναι α) η απομάκρυνση από την ιστορική αστική τυπολογία της πόλης, που δημιουργήθηκε σωρευτικά στην μακρά ιστορική πορεία της, με την συνύπαρξη μικτών χρήσεων – κοσμικών και λατρευτικών -  στην ίδια αστική νησίδα, όπως περιγράφηκε στην εισαγωγή, γεγονός, που θα πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς και β) το μεγάλο οικονομικό κόστος, που αυτή συνεπάγεται, ενώ ταυτόχρονα δεν αποτελεί πιεστικό πρόβλημα για το σήμερα και ίσως για το προβλεπτό μέλλον της πόλης. Η πρόταση αυτή ενδεχομένως να μπορούσε να τεθεί ακόμη και στο νέο Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο, που πρόκειται σύντομα να ανατεθεί για τον Δήμο Βέροιας.

Καταλήγοντας και ιεραρχώντας χρονικά, το ζήτημα όπως τίθεται στον δημόσιο διάλογο από την αγαπημένη μας εφημερίδα ΒΕΡΟΙΑ, είναι σε πρώτη φάση η έγκριτη, αλλά και έγκαιρη απάντηση στο ερώτημα του εάν και γιατί θα πρέπει να διατηρηθούν τα τρία κοσμικά κτήρια, που εφάπτονται του μνημείου και κατόπιν η δημιουργία μιας νέας πλατείας, σε γειτνίαση με την πλατεία Πλατάνων. Για τον σκοπό αυτό, έλαβα την πρωτοβουλία συγκρότησης Ομάδας Εργασίας αρχιτεκτόνων και μηχανικών της πόλης μας, η οποία θα έχει ως σκοπό την εκπόνηση, σε πρώτη φάση, μιας δι-επιστημονικής έρευνας ολόπλευρης τεκμηρίωσης, τόσο της αρχιτεκτονικής και πολιτισμικής αξίας του ναού και των κοσμικών κτηρίων, όσο και της διερεύνησης του επιχειρήματος της παραμονής ή απομάκρυνσης των κοσμικών κτηρίων από το σώμα του μνημείου της Παλιάς Μητρόπολης Βεροίας. Θα ακολουθήσει η τεκμηρίωση για την πλατεία.